αντικαθίσταμαι


αντικαθίσταμαι
αντικαθίσταμαι, αντικαταστάθηκα βλ. πίν. 133

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αλλάζω — (Α ἀλλάσσω, αττ. ἀλλάττω και διαλεκτικά ἀλλάζω) Ι. (μτβ.) 1. κάνω κάτι διαφορετικό από ό,τι ήταν μέχρι τώρα, μεταβάλλω, αλλοιώνω, διαφοροποιώ 2. (αρχ. και μεσ.) δίνω ή παίρνω κάτι με αντάλλαγμα, ανταλλάσσω, κάνω ανταλλαγή 3. αντικαθιστώ,… …   Dictionary of Greek

  • αντιμεταθέτω — (μέσ., αντιμετατίθεμαι) (AM ἀντιμετατίθεμαι) νεοελλ. κάνω αμοιβαία μετάθεση μεταξύ δύο προσώπων ή πραγμάτων αρχ. μσν. αντικαθίσταμαι …   Dictionary of Greek

  • αντιπεριίστημι — ἀντιπεριίστημι (Α) 1. περιβάλλω και συμπιέζω από παντού 2. φέρνω, διαδίδω κάτι παντού 3. ( αμαι) α) συμπιέζομαι από παντού β) αντικαθίσταμαι από άλλη ουσία …   Dictionary of Greek

  • αλλάζομαι — αλλάζομαι, αλλάχτηκα, αλλαγμένος βλ. πίν. 24 Σημειώσεις: αλλάζομαι : στην παθητική φωνή περιορίζεται κυρίως στην έννοια → αντικαθίσταμαι (εφόσον το ρούχο φορεθεί, δεν μπορεί να αλλαχτεί). Στην ενεργητική φωνή έχει και ενεργητική και παθητική… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής